10 Ιουλ 2010

Περί βίας

Όταν ταξίδεψα στην Ευρώπη, είδα παντού πράγματα που δε μου άρεσαν ιδιαίτερα. Λοιπόν, δεν είπα: «Αυτό δεν είναι καλό». Ήθελα να μάθω γιατί τα πράγματα ήταν έτσι.
Οθωμανός αξιωματούχος σε συνομιλία με Γάλλο ιερέα, 1848

Στη δεκαετία του 1990 οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία ξανάβαλαν τα Βαλκάνια στο χάρτη της Ευρώπης και ξύπνησαν τις αγωνιώδεις μνήμες του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Την ώρα που η υπόλοιπη ήπειρος πάλευε με τη μαζική μετανάστευση, με τις νέες περιφερειακές ανισότητες και με ό,τι αποκαλείται συχνά κατ’ ευφημισμόν «πολυπολιτισμικές κοινωνίες», η νοτιοανατολική Ευρώπη έμοιαζε να παλινδρομεί προς μια παλαιότερη ιστορική λογική πολέμων με εδαφικούς στόχους και εθνικής ομοιογενοποίησης. Τι ήταν αυτό; Το παρελθόν της Ευρώπης ή το μέλλον της;

Όσοι εναντιώνονταν στην επέμβαση της Δύσης στα Βαλκάνια είχαν την τάση να ρίχνουν το φταίξιμο λιγότερο στο Μιλόσεβιτς και περισσότερο στις μακροπρόθεσμες πολιτιστικές ορίζουσες της συμπεριφοράς στην περιοχή. Την ίδια την εθνολογική ποικιλία την έβλεπαν σαν μια χρόνια πηγή εντάσεων σ’ ένα μέρος του κόσμου που βρισκόταν στο σημείο συνάντησης διαφόρων μεγάλων θρησκειών, ενώ την εθνοκάθαρση την ερμήνευαν λιγότερο ως συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής λογικής της συγκρότησης έθνους-κράτους και περισσότερο ως τελευταία εκδοχή διαδοχικών σφαγών και αντισφαγών, οι οποίες αποτελούσαν, κατ’ αυτούς, την ίδια την ουσία της βαλκανικής ιστορίας. «Η σύγκρουση στη Βοσνία» δήλωνε το 1993 ο Βρετανός πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ «ήταν προϊόν απρόσωπων και αναπόδραστων δυνάμεων, που ξεπερνούσαν τη δυνατότητα οποιουδήποτε να τις ελέγξει». Η γλώσσα αυτή δεν ήταν καινούρια. Έναν αιώνα νωρίτερα ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ανοτό είχε παρόμοια χαρακτηρίσει τις σφαγές των Αρμενίων στη Μικρά Ασία ως «ένα από τα χιλιάδες περιστατικά της πάλης ανάμεσα στους χρι¬στιανούς και στους μουσουλμάνους».

Όπως προσπάθησε όμως να δείξει το παρόν βιβλίο, για αιώνες η ζωή στα Βαλκάνια δεν ήταν περισσότερο βίαιη απ’ ό,τι αλλού. Μάλιστα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατάφερε καλύτερα από τις περισσότερες άλλες να συνταιριάξει μια ποικιλία από γλώσσες και θρησκείες. Για τον Άρνολντ Tόυνμπι, που έζησε τις τελευταίες της ημέρες, ήταν προφανές ότι η πηγή της σύγκρουσης βρισκόταν έξω από την περιοχή. «Η εισαγωγή της δυτικής φόρμουλας [της αρχής του εθνικισμού] σε αυτούς τους ανθρώπους» έγραφε το 1922 «κατέληξε σε σφαγή. [...] Οι σφαγές αυτές είναι μόνο η ακραία μορφή ενός εθνικού αγώνα ανάμεσα σε γείτονες που είναι πλήρως αλληλοεξαρτημένοι, και προκλήθηκε από αυτή τη θανάσιμη δυτική ιδέα». Η «εθνοκάθαρση» - είτε στα Βαλκάνια το 1912-13 είτε στη Μικρά Ασία το 1921-22 είτε στην πρώην Γιουγκοσλαβία το 1991-95 - δεν ήταν επομένως η αυθόρμητη έκρηξη ενός αρχέγονου μίσους αλλά η συνειδητή χρήση οργανωμένης βίας εναντίον αμάχων από παραστρατιωτικές ομάδες και στρατιωτικές μονάδες. Αντιπροσώπευε την ακραία βία που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν οι εθνικιστές για να σπάσουν τη συνοχή μιας κοινωνίας η οποία υπό κανονικές συνθήκες κατάφερνε να αγνοεί τα καθημερινά ταξικά και εθνολογικά ρήγματα.

Εννοείται ότι δε συμμερίζονται όλη αυτή την άποψη. Το 1994 ένας Αυστριακός αναγνώστης του βιβλίου μου Στην Ελλάδα του Χίτλερ υποστήριξε ότι είχα κρίνει υπερβολικά αυστηρά τη συμπεριφορά του γερμανικού στρατού στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1940, δεδομένου ότι - όπως αποδείκνυαν και πάλι, κατά τη γνώμη του, τα πρόσφατα γεγονότα - οι άνθρωποι της περιοχής είχαν μια ιδιαίτερη ροπή προς τη βία. Εγώ, από τη μεριά μου, θεωρώ ότι το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Μάουτχαουζεν στα χρόνια του πολέμου έδειξε πως οι Αυστριακοί δεν είχαν και πολλά να μάθουν από τους Σερβοβόσνιους σε θέματα βίας. Όμως το αντικείμενο της διαφωνίας μας δεν ήταν τόσο η βία όσο η σκληρότητα - η συμπεριφορά, όχι οι αριθμοί. Γιατί στο κάτω κάτω, εφευρέτες του γκουλάγκ, των στρατοπέδων εξόντωσης ή της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν οι λαοί των Βαλκανίων, ούτε οι ηγέτες τους. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ - για να μην αναφέρουμε καν τους άλλους ναζιστικούς φορείς - σκότωσαν πολύ περισσότερους κατοίκους των Βαλκανίων απ’ όσους δικούς τους σκότωσαν εκείνοι. Η ένσταση του επιστολογράφου μου αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο οι αντάρτες σκότωναν τα θύματά τους.

Στο Β' Παγκόσμιο πόλεμο η ναζιστική ιδεολογία έκανε και η ίδια μια διάκριση ανάμεσα στην «αναγκαία» απρόσωπη βία και στην απάνθρωπη ή σαδιστική συμπεριφορά αντρών οι οποίοι έχαναν τον έλεγχο των αισθημάτων και των πράξεών τους. Στη δίκη ενός αξιωματικού το 1943 ένα δικαστήριο των Ες Ες στο Μόναχο αντιδιέστειλε τους φόνους που γίνονταν με τάξη και ευπρέπεια από τις «απάνθρωπες ακρότητες», το «σαδισμό» και την «αποκρουστική σκληρότητα» του κατηγορουμένου. Η νοοτροπία αυτή αποτελούσε μέρος μιας μακρόχρονης προσπάθειας της Δύσης να θεσπίσει κανόνες πολιτισμένης διεξαγωγής του πολέμου, που αναδείκνυαν το ιδανικό του ατομικού αυτοελέγχου. Οι ναζί, όπως και άλλοι που κινούνταν σε αυτή την παράδοση, θεωρούσαν ότι στα Βαλκάνια επιζούσε ακόμα μια πρωτόγονη και ανατολίτικη δίψα για αίμα.


Μπορούμε να ανατρέξουμε στο δοκίμιο του Μονταίν για την ωμότητα για να δούμε πώς γεννιέται η νέα αντίληψη. Επικρίνοντας με δριμύτητα τους ανθρώπους του καιρού του για την απόλαυση που ένιωθαν να βασανίζουν, ο Μονταίν περιγράφει τη λύπη που αισθάνεται όταν βλέπει να προκαλείται πόνος στους ανθρώπους ή στα ζώα χωρίς λόγο: Με δυσκολία μπορούσα να πειστώ, μέχρι που το είδα, ότι θα βρίσκονταν Ψυχές τόσο θηριώδεις, που θα ήθελαν να δολοφονήσουν για την ευχαρίστηση και μόνο του φόνου. Που πελεκάνε και κόβουν κομμάτια τα μέλη των άλλων, ακονίζουν το μυαλό τους να εφεύρουν ασυνήθιστα βασανιστήρια και νέους τρόπους θανάτου[…]. Ελόγου μου δε στάθηκα ικανός ούτε να δω χωρίς δυσαρέσκεια να καταδιώκεται και να σκοτώνεται ένα αθώο ζώο, ανυπεράσπιστο, που δε μας έκανε κανένα κακό.

Η στροφή σε μια «ανθρωπιστική» αντίληψη για τον πόνο και την τιμωρία, που συνδέεται με την αλλαγή των ιδεών περί προσωπικότητας του ανθρώπου, ήταν πολύ σταδιακή και διήρκεσε όλο το δέκατο όγδοο και το δέκατο ένατο αιώνα. Τότε, κάπως ξαφνικά, ανάμεσα στο 1820 και στο 1860, ο αριθμός των εγκλημάτων που επέσυραν τη θανατική ποινή μειώθηκε απότομα στη δυτική Ευρώπη και παλιές ποινές, όπως το «πουλάρι», η πυρά και ο αποκεφαλισμός, εγκαταλείφθηκαν, ενώ αναπτύχθηκε η σύγχρονη φυλακή, που αντικατέστησε παράλληλα το δημόσιο χώρο ως κύριο τόπο των κρατικών εκτελέσεων. «Το θέαμα, ακόμα και η ίδια η ιδέα του πόνου» έγραφε ο Τζ. Σ. Μιλ το 1836 «κρατιούνται όλο και περισσότερο σε απόσταση από τις τάξεις εκείνες οι οποίες απολαμβάνουν πλήρως τα ευεργετήματα του πολιτισμού». Χάρη σε «μια τελειοποίηση των μηχανικών μεθόδων, που είναι ανέφικτη όπου δεν υφίστανται υψηλά επίπεδα πολιτισμού», η πρόκληση πόνου μπορεί να ανατεθεί στο «δικαστή, στο στρατιώτη, στο χειρουργό, στο χασάπη και στο δήμιο». Και ο Μιλ συνέχιζε: «Σε μεγάλο βαθμό ο εξευγενισμός σχετίζεται με την αποφυγή όχι μόνο του ίδιου του πόνου αλλά και όποιου στοιχείου υποβάλλει ιδέες αποκρουστικές ή δυσάρεστες».

Λίγα χρόνια αργότερα τέτοια αισθήματα κατέλαβαν ένα Βρετανό ταξιδιώτη. Το σερ Τζέιμς Γκάρντνερ Ουίλκινσον, ο οποίος προσπάθησε να παρέμβει στους συνοριακούς πολέμους ανάμεσα στους Οθωμανούς κυβερνήτες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και στους Μαυροβούνιους γείτονές τους. Ενοχλημένος από τη συνήθεια και των δύο πλευρών να αποκεφαλίζουν τους εχθρούς και να δείχνουν στον κόσμο τα κομμένα κεφάλια, έγραψε στον επίσκοπο-ηγεμόνα του Μαυροβουνίου, το βλάντικα Πέτρο, πως ένα έθιμο «τόσο αποτροπιαστικό για την ανθρωπότητα» στην ουσία παρέτεινε τις εχθροπραξίες, εξάπτοντας το πάθος για εκδίκηση. Προσπάθησε να εξηγήσει «τη διαφορά ανάμεσα στα αισθήματα που γεννά ένας πολιτισμένος πόλεμος και σ’ εκείνα που γεννά ένας πόλεμος στον οποίο υιοθετείται μια τέτοια πρακτική». Να σημειώσουμε ότι λίγο πριν, το 1820, τα κεφάλια των συνωμοτών της οδού Cato επιδεικνύονταν δημόσια στο πλήθος του Λονδίνου.

Η μείωση των δημόσιων εκτελέσεων στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα στη Βρετανία, στη Σκανδιναβία και στη Γερμανία αντανακλούσε όχι μόνο την εμφάνιση νέων «πολιτισμένων αισθημάτων» και νέου βιομηχανικού εξοπλισμού αλλά και το φόβο των αρχών απέναντι στα απειθάρχητα πλήθη και στα ευέξαπτα πάθη τους. Οι αγροτικές κοινωνίες της νοτιοανατολικής Ευρώπης ζούσαν μέσα σ’ ένα διαφορετικό ηθικό, τεχνικό και πολιτικό περιβάλλον. Οι οθωμανικές αρχές δεν ανησυχούσαν για τον ατίθασο όχλο και αρέσκονταν στις παραδειγματικές δημόσιες τιμωρίες θεωρούσαν όμως, από τη μεριά τους, τη χρήση πτωμάτων από τους Ευρωπαίους για χειρουργικά πειράματα και νεκροτομές ανήθικη και βέβηλη πράξη. Ο βλάντικα Πέτρος, που είχε πρόσφατα αισθανθεί την ανάγκη να εκδικηθεί τους σκοτωμένους από τους Τούρκους συγγενείς του με το γνωστό τρόπο, απέρριψε ευγενικά την πρόταση του Oυίλκινσoν ως ανέφικτη.

«Μπορεί να είμαστε φτωχοί αλλά έχουμε φιλότιμο» είπε πρόσφατα μια ηλικιωμένη Μαυροβούνια σε μια συνέντευξη, συνοψίζοντας έτσι τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη σκληρή αγροτική ζωή και στον κώδικα της τιμής. Η δυτική στάση τόνιζε την αξία του ατομικού αυτοελέγχου. Άλλοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη διατήρηση της οικογενειακής τιμής. Από τα βυζαντινά κιόλας χρόνια, αν όχι νωρίτερα, η συλλογική ευθύνη και οι συλλογικές κυρώσεις ρύθμιζαν επίσημα ή άτυπα τη ζωή των χωρικών. Η τιμωρία, ακόμα και από το κράτος, για αιώνες καθρέφτιζε την άποψη του λαού πως η οικογένεια ευθυνόταν για τα παραπτώματα των μελών της. Το δέκατο ένατο αιώνα, για παράδειγμα, οι χωρικοί της Σερβίας προσπαθούσαν να εξαλείψουν την εγκληματικότητα, που σημείωνε αύξηση, εξορίζοντας τόσο τον εγκληματία όσο και την οικογένειά του σε ειδικές σωφρονιστικές περιοχές. Οι νόμοι εναντίον της ληστείας συχνά εκτόπιζαν ή επέβαλλαν πρόστιμα όχι μόνο στο ληστή αλλά και στους συγγενείς τoυ.


Οι εκσυγχρονιστές πολιτικοί ωστόσο έκλιναν προς τις νέες μορφές της βίας - την ήθελαν εξατομικευμένη, διακριτική και απρόσωπη, και όχι συλλογική, οικογενειακή και δημόσια. Η συγκρότηση ενός σύγχρονου κράτους - στα Βαλκάνια όπως και αλλού - σήμαινε την απόσπαση της χρήσης βίας και τιμωρίας και της τοπικής νομοθεσίας από τα χέρια όλων των αναρμόδιων φορέων και τη συγκέντρωσή τους στα χέρια των κρατικών λειτουργών. Όπως έλεγε ένας Έλληνας δημοσιογράφος της δεκαετίας του 1920, γι’ αυτούς το κράτος είχε «καθήκον να δείξει ότι είναι πάνω απ’ όλους και απ’ όλα». Οι τακτικοί στρατοί αντικατέστησαν τα μπουλούκια των οπλοφόρων. Διαμορφώθηκαν δικαστικοί και σωφρονιστικοί μηχανισμοί, που πήραν τη θέση των δικαστηρίων των προεστών και των εθιμικών κυρώσεων. Οι ληστές καταδιώχτηκαν αλύπητα. Στο Μαυροβούνιο, όπου το δίκαιο της φυλής ήταν παντοδύναμο, ο διάδοχος του βλάντικα Πέτρου Β', ο Δανήλος, επέβαλε μια νομική κωδικοποίηση το 1851 - λιγότερο από μια δεκαετία μετά την πρώτη παρέμβαση του Ουίλκινσοv και αποθάρρυνε τους αποκεφαλισμούς. Έθεσε επίσης εκτός νόμου την πρακτική της βεντέτας, η οποία απειλούσε να ματαιώσει την προσπάθεια να συγκεραστούν οι φυλές της χώρας σε ένα ενιαίο σύνολο.

Η κατάκτηση των νέων αξιών δεν υπήρξε ούτε αστραπιαία ούτε πλήρης. Σε καιρό πολέμου οι σφαγές που διέπρα¬ξαν οι Κροάτες Ουστάσι εναντίον των Εβραίων και των Σέρβων, ιδίως στο στρατόπεδο εξόντωσης του Γιασένοβατς, ή η ρουμανική Σιδηρά Φρουρά στα πογκρόμ που εξαπέλυσε το 1940-41 αντιπροσώπευαν μια συγχώνευση παλαιότερων και νεότερων νοοτροπιών και τεχνικών. Το 1947, στη διάρκεια του ελληνικού εμφύλιου πολέμου, η Daily Mirror δημοσίευσε αγανακτισμένη στην πρώτη της σελίδα μια φωτογραφία με ένοπλους έφιππους βασιλόφρονες που κράδαιναν επιδεικτικά τα κεφάλια Ελλήνων στασιαστών. «Τα κεφάλια είναι φτηνά» ήταν ο τίτλος του άρθρου, που τόνιζε τις «ωμότητες και τις φρικαλεότητες» που διέπρατταν η τακτική αστυνομία και οι στρατιωτικές μονάδες. Στην πραγματικότητα, είχαν ήδη εκδοθεί υπουργικές εγκύκλιοι που απαγόρευαν την επίδειξη κομμένων κεφαλιών και συνιστούσαν τη χρήση φωτογραφιών για την αναγνώριση των σκοτωμένων ανταρτών. Στα παρασκήνια, οι Βρετανοί αξιωματούχοι καταδίκαζαν τη χρήση του όρου «φρικαλεότητα». Επισήμαιναν ότι «η έκθεση των πτωμάτων εγκληματιών δε γινόταν μόνο στην Ελλάδα και συνηθιζόταν ακόμα και σε ομαλές εποχές, για να πειστεί ο φοβισμένος λαός ότι κάποιος διαβόητος φονιάς ήταν νεκρός». Σε κοινωνίες με ελλιπή αστυνόμευση ο αποκεφαλισμός αποδείκνυε ότι το θύμα είχε πεθάνει και διαλαλούσε το κουράγιο του εκτελεστή του ή την ισχύ του κράτους. Η μεταφορά ολόκληρου του πτώματος ήταν δυσχερής και οι φωτογραφικές μηχανές ακριβές - όπως ήξεραν καλά και οι Αμερικανοί κυνηγοί κεφαλών. Όσο για τα συγκεκριμένα κεφάλια, δεν ήταν καθόλου φτηνά, μιας και για το καθένα υπήρχε και μια αμοιβή.

Υπήρχε, τελικά, μια ιδιαίτερη έφεση στη σκληρότητα που επέζησε στα Βαλκάνια ως τη σύγχρονη εποχή; Ίσως το ζήτημα είναι μονάχα τι εννοούμε όταν λέμε «σκληρότητα». Άλλωστε θα μπορούσε κανείς να ασχοληθεί με το θέμα πολύ διαφορετικά. Στα Βαλκάνια δεν υπήρξε τίποτε ανάλογο με τα ρατσιστικά λιντσαρίσματα που εμφανίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1880 ως το 1920 ή με την ταξική βία που πυροδότησαν οι εργατικές διαδηλώσεις εκεί και αλλού. Η δυτική Ευρώπη είχε τα δικά της πρότυπα περί επαναστατικής βίας, από το Σορέλ και μετά, η επίδραση των οποίων υπήρξε πολύ μεγαλύτερη εκεί απ’ ό,τι στη νοτιοανατολική γωνιά της ηπείρου, αλλά αυτά συνήθως θεωρήθηκαν ηρωικά παρά βαρβαρικά. Η πολιτική βία από το 1930 ως το 1960 - και της Αριστεράς και της Δεξιάς - δεν υπήρξε μεγαλύτερη στα Βαλκάνια απ’ ό,τι αλλού, είτε συγκρίνουμε τις μεταπολεμικές βουλγαρικές φυλακές με τις σοβιετικές είτε τα ελληνικά στρατόπεδα με τα ισπανικά μετά τους αντίστοιχους εμφύλιους πολέμους τους.

Αλλά και έξω από τη σφαίρα της πολιτικής, τα βαλκανικά κράτη δεν έδειξαν κάποια τάση να σκοτώνουν ή να φυλακίζουν περισσότερους πολίτες τους απ’ ό,τι οι άλλες χώρες. Σε σύγκριση με τους έντεκα εκατομμύρια υπόπτους για εγκληματικές ενέργειες και τους δύο εκατομμύρια φυλακισμένους των Ηνωμένων Πολιτειών, ή με τον τεράστιο πληθυσμό των φυλακών της Ρωσίας, η σημερινή νοτιοανατολική Ευρώπη μοιάζει μάλλον φιλάνθρωπη. Στις ΗΠΑ το 1994 για κάθε 100.000 ανθρώπους βρίσκονταν πίσω από τα σίδερα 554, στη Ρουμανία 195, στην ΠΓΔ της Μακεδονίας 63 και στην Ελλάδα 16. Από τους τελευταίους κανείς δεν αντιμετώπιζε την εκτέλεση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούσαν την ηλεκτρική καρέκλα ή τη θανατηφόρα ένεση σε δεκάδες κρατουμένους το χρόνο. Κι αν είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί η άποψη ότι τα βαλκανικά κράτη είναι σήμερα πιο σκληρά από άλλα, εξίσου δύσκολο είναι να διατυπωθεί η ίδια κατηγορία για τις κοινωνίες τους: Τα επίπεδα εγκληματικότητας δεν είναι πάνω από τα ευρωπαϊκά, και ιδιαίτερα όσον αφορά τα βίαια εγκλήματα. Το αλκοόλ δεν προκαλεί την επιθετικότητα που συναντάται στην προτεσταντική Ευρώπη, ούτε και το φυλετικό μίσος.

Ψάχνοντας όμως να βρουν τα τεκμήρια της αιμοβορίας του Βαλκάνιου, οι Δυτικοί παρατηρητές εξέλαβαν συχνά τους μύθους που έπλεξαν οι ρομαντικοί εθνικιστές του δέκατου ένατου αιώνα ως αιώνιες αλήθειες. Σε όλη την Ευρώπη - από την Ιρλανδία ως την Πολωνία - οι ποιητές ονειρεύονταν αναστάσεις, θυσίες και αίμα να χύνεται για το μέλλον του έθνους. Ας πάρουμε το πιο γνωστό βαλκανικό παράδειγμα του λογοτεχνικού αυτού είδους: ο ύμνος της υποτιθέμενης εξόντωσης των μουσουλμάνων στο Μαυροβούνια ενάμιση αιώνα νωρίτερα, ο οποίος περιέχεται στο Στεφάνι του Βουνού, ήταν προϊόν της ποιητικής φαντασίας του βλάντικα Πέτρου Νιέγκος και όχι ιστορικό γεγονός. Εγκωμίαζε ως ηρωική ωμότητα την πολύ λιγότερο αιμοσταγή πραγματικότητα της σταδιακής αποχώρησης των μουσουλμάνων από τη γη του Μαυροβουνίου, που διήρκεσε περισσότερο από έναν αιώνα. Εξίσου παραπλανητική υπήρξε η άνθηση του θρύλου του Κοσσυφοπεδίου στον εικοστό αιώνα - δείγμα σύγχρονων και όχι μεσαιωνικών προκαταλήψεων. Και στις δύο περιπτώσεις η εμφάνιση βαλκανικών επών που μιλούσαν για αιματοχυσίες και εθνική ενότητα δεν ήταν τυχαία. Εμφανίστηκαν σε στιγμές του δέκατου ένατου αιώνα όπου η διαδικασία συγκρότησης έθνους δεχόταν έντονες πιέσεις. Αυτή, και όχι το αρχέγονο παρελθόν, ήταν η προέλευση των εθνικιστικών τους πολώσεων.


Επιπλέον, όπως έγινε για πρώτη φορά φανερό στον Πόλεμο του Κόλπου, η Δύση έχει καταλήξει να βλέπει τον πόλεμο όλο και περισσότερο σαν θέαμα. Στην επέμβασή του στο Κόσοβο και στη Σερβία το ΝATΟ χρησιμοποίησε μια απρόσωπη και απόμακρη τεχνολογία για να καθησυχάσει το Δυτικό κοινό ότι μια πολεμική επιχείρηση μπορούσε πια να διεξαχθεί με ελάχιστες απώλειες ή αιματοχυσία και από τις δύο πλευρές. Ίσως με αυτό τον τρόπο ο ίδιος ο πόλεμος αποπροσωποποιείται, όπως είχε εν πολλοίς συμβεί νωρίτερα και με την κοινωνική βία. Ξορκίζοντας τη βία στα Βαλκάνια ως κάτι αρχαϊκό και πρωτόγονο, η Δύση έχει βρει τον τρόπο να κρατά την επιθυμητή απόσταση από αυτή. Στην πραγματικότητα όμως η εθνοκάθαρση δεν είναι φαινόμενο που περιορίζεται στα Βαλκάνια. Συνέβη σε μεγάλο τμήμα της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης με την έναρξη και το τέλος του πολέμου του Χίτλερ: Στη δεκαετία του 1940 έγιναν περισσότερες από πενήντα αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, που είχαν ως συνέπεια το θάνατο και τη μετοικεσία εκατομμυρίων Γερμανών, Πολωνών, Ουκρανών και πολλών άλλων. Οι ρίζες της αγριότητάς της δε βρίσκονται στις βαλκανικές νοοτροπίες αλλά στη φύση ενός εμφύλιου πολέμου ο οποίος διεξάγεται με το τεχνολογικό οπλοστάσιο της σύγχρονης εποχής. Σε αντίθεση με τους εθνικούς πολέμους, οι εμφύλιοι δεν ενοποιούν την κοινωνία - με τον τρόπο, λόγου χάρη, που ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος συνέβαλε στην ενοποίηση της βρετανικής κοινωνίας. Αντιθέτως, οξύνουν τις εντάσεις και τις διαφορές που υποβόσκουν και εξελίσσονται σε περιβάλλον ολικής κατάρρευσης των κοινωνικών και κρατικών θεσμών.

Με τι θα έμοιαζαν τα Βαλκάνια αν τους αφαιρούσαμε για μια στιγμή το πρόσημο της βίας; Είναι αλήθεια πως υπάρχουν ακόμα σοβαρές απειλές για την ειρήνη στη νοτιοανατολική Ευρώπη, σοβαρότερες ίσως από αλλού: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, που δηλητηριάζονται ιδίως από το Κυπριακό, θα χρειαστούν κάτι παραπάνω από ένα σεισμό για να βελτιωθούν, ενώ οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στο Κόσοβο έλυσαν ένα πρόβλημα (τις σερβικές διώξεις εναντίον των Αλβανών Κσσοβάρων) αλλά δημιούργησαν άλλα (τις αλβανικές διώξεις εναντίον των Σέρβων καθώς και τη νέα σχέση ανάμεσα στην Αλβανία, στην ΠΓΔ της Μακεδονίας, στη Σερβία και στο ίδιο το Κόσοβο). Στο βαθμό ακριβώς που η διαδικασία της συγκρότησης του έθνους είναι στα Βαλκάνια πιο πρόσφατη και λιγότερο σταδιακή, ο φυλετικός εθνικισμός παραμένει ισχυρότερος και η κοινωνία των πολιτών πιο εύθραυστη απ’ ό,τι αλλού. Παρ’ όλα αυτά, ενώ η Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990 βυθίστηκε στον πόλεμο για τους δικούς της λόγους, οι άλλες χώρες της περιοχής ακολούθησαν πιο ειρηνικούς δρόμους. Οι περιστασιακές ελληνικές αναφορές στη «Βόρεια Ήπειρο» (δηλαδή τη νότια Αλβανία), τα βουλγαρικά όνειρα για τη «Μακεδονία», η ρουμανική νοσταλγία για τη Βεσσαραβία και τη Μολδαβία είναι σήμερα αχνοί και ανούσιοι αντίλαλοι ζητημάτων τα οποία προκάλεσαν πολέμους και εισβολές πριν από έναν αιώνα - η πολιτική στα Βαλκάνια έχει πάψει να περιστρέφεται γύρω από τον επεκτατισμό και τη δόξα του έθνους. Μόνο μερικοί Αλβανοί εθνικιστές ίσως να διατηρούν ακόμα τα όνειρα που έπαψαν να κάνουν οι γείτονές τους.

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου μια κοινωνική και οικονομική επανάσταση μεταμόρφωσε τα Βαλκάνια. Η καίρια στροφή προς μια αστική, βιομηχανική - και τώρα μεταβιομηχανική - κοινωνία επέφερε θεμελιώδεις αλλαγές στη φύση της καθημερινής ζωής και έθεσε τις εγχώριες πολιτικές ελίτ μπροστά σε νέες προκλήσεις. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου επέτρεψε στα Βαλκάνια να συμμετάσχουν σε μια διαφορετική Ευρώπη, που οι αξίες της είναι καταγραμμένες στους βασικούς διεθνικούς θεσμούς της - στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ και στον ΟΑΣΕ [Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη], για παράδειγμα. Τα μεταμόρφωσε επίσης γεωπολιτικά, μια και τώρα βρίσκονται στο κέντρο μιας πολύ διευρυμένης αγοράς, που περιλαμβάνει τη Μαύρη Θάλασσα, την πρώην Σοβιετική Ένωση και την κεντρική Ασία και προσφέρει ευκαιρίες για επιχειρηματικές δραστηριότητες σε μια ζώνη πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια, τα προβλήματα και οι προοπτικές της νοτιανατολικής Ευρώπης σήμερα δεν είναι τα ίδια με εκείνα του παρελθόντος, αλλά είναι διλήμματα οικεία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: πώς να συμβιβάσουν τα παλιά σχήματα κοινωνικής πρόνοιας με τις ανταγωνιστικές πιέσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Πώς να εξασφαλίσουν φτηνή ενέργεια, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα το φυσικό περιβάλλον από τη μόλυνση. Πώς να αποτρέψουν την πλήρη παρακμή του αγροτικού τρόπου ζωής και να δημιουργήσουν μια οικονομική ευημερία που θα μειώσει τα θέλγητρα του οργανωμένου εγκλήματος και θα επιτρέψει την άνθηση της δημοκρατίας. Ίσως η κατανόηση της ιστορίας της περιοχής να μπορεί ακόμα να προλειάνει το έδαφος για μια αξιολόγηση των δυνατοτήτων που ανοίγονται μπροστά της.


Από τον Επίλογο (σελ.239 - 252) του βιβλίου του Mark Mazower, Τα Βαλκάνια (2000) εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Κωνσταντίνος Κουρεμένος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου