30 Οκτ 2010

ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ

Γιατί πριν από τα spreads, τα ελλείμματα και τα χρηματοπιστωτικά, προηγούνται τα βασικά και επειδή ακόμα και οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως αριστεροί, μοιάζουν να τα έχουν ξεχάσει, μερικά αποσπάσματα από τη διάλεξη που έκανε ο Μαρξ στις 20 και 27 του Ιούνη 1865 σε δυο συνεδριάσεις του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών.

Πολίτες, έφτασα τώρα σ’ ένα σημείο που πρέπει να μπω στην πραγματική ανάπτυξη του ζητήματος: Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα το κάνω με πολύ ικανοποιητικό τρόπο, γιατί τότε θα ήμουνα υποχρεωμένος να διατρέξω όλο το πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Μπορώ να θίξω μονάχα τα κύρια σημεία ή όπως θα έλεγαν οι Γάλλοι «effleurer la question*».

Το πρώτο ζήτημα, που πρέπει να θέσουμε, είναι: Τι είναι η αξία ενός εμπορεύματος; Πώς καθορίζεται;

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να φανεί ότι η αξία ενός εμπορεύματος είναι κάτι πέρα για πέρα σχετικό και ότι δεν μπορεί να καθοριστεί χωρίς να εξεταστεί το ένα εμπόρευμα στις σχέσεις του με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Πραγματικά όταν μιλάμε για την αξία, για την ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος, εννοούμε τις ποσοτικές αναλογίες στις οποίες ανταλλάσσεται με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Μα τότε γεννιέται το ερώτημα: Πώς ρυθμίζονται οι αναλογίες που μεταξύ τους ανταλλάσσονται τα εμπορεύματα;

Από την πείρα ξέρουμε ότι οι αναλογίες αυτές είναι σε άπειρο βαθμό ποικίλες. Αν πάρουμε ένα ξεχωριστό εμπόρευμα, λ.χ., το στάρι, θα βρούμε ότι ένα κουάρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε μια αμέτρητη σχεδόν ποικιλία από αναλογίες με τα πιο διαφορετικά εμπορεύματα. Ωστόσο, επειδή η αξία του παραμένει πάντα η ίδια, είτε είναι εκφρασμένη σε μετάξι, είτε σε χρυσό, είτε σε ένα οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, πρέπει να είναι κάτι το διαφορετικό, το ανεξάρτητο από αυτές τις διαφορετικές αναλογίες ανταλλαγής με τα διάφορα είδη. Πρέπει να είναι δυνατό, αυτές οι ποικίλες εξισώσεις με ποικίλα εμπορεύματα να εκφράζονται με μια μορφή, που να διαφέρει πολύ από αυτές.

Αν παρακάτω πω ότι ένα κουάρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε ορισμένη αναλογία με σίδηρο, ή ότι η αξία ενός κουάρτερ σταριού εκφράζεται σε ένα ορισμένο ποσό από σίδηρο, τότε λέγω ότι η αξία του σταριού και το ισοδύναμο του σε σίδηρο είναι ίσα με κάτι τρίτο, που δεν είναι στάρι, ούτε σίδηρος, γιατί και τα δυο τα υποθέτω ότι εκφράζουν το ίδιο μέγεθος, με δυο διαφορετικές μορφές. Και τα δυο λοιπόν, το στάρι ή το σίδηρο, θα πρέπει, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, να μπορούν ν’ αναχθούν σ’ αυτό το τρίτο, που είναι το κοινό τους μέτρο.

Για να κάνω αυτό το σημείο κατανοητό, θα προσφύγω σ’ ένα πολύ απλό γεωμετρικό παράδειγμα. Ποια μέθοδο ακολουθούμε όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους τα εμβαδά τριγώνων που έχουν όλες τις δυνατές μορφές και μεγέθη ή τριγώνων με ορθογώνια, ή με οποιαδήποτε άλλα ευθύγραμμα σχήματα; Ανάγουμε το εμβαδόν κάθε τριγώνου σε μια έκφραση που διαφέρει ολότελα από την ορατή του μορφή. Αφού από τη φύση του τριγώνου βρήκαμε ότι το εμβαδόν του είναι ίσο με το μισό του γινομένου της βάσης προς το ύψος του, μπορούμε τώρα να συγκρίνουμε μεταξύ τους τα διάφορα εμβαδά όλων των ειδών των τριγώνων και όλων των δυνατών ευθύγραμμων σχημάτων, γιατί όλα μπορούν να αναλυθούν σε ένα ορισμένο αριθμό από τρίγωνα.

Η ίδια μέθοδος πρέπει να χρησιμοποιηθεί και για τις αξίες των εμπορευμάτων. Πρέπει να είμαστε σε θέση να τις αναγάγουμε σε μια έκφραση κοινή για όλα και να τις διακρίνουμε μονάχα κατά τις αναλογίες, που περικλείνουν αυτό το κοινό μέτρο.

Επειδή οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων είναι μονάχα κοινωνικές λειτουργίες αυτών των πραγμάτων και δεν έχουν καμιά σχέση με τις φυσικές τους ιδιότητες, τότε μπαίνει πρώτα το ερώτημα: Ποια είναι η κοινή κοινωνική ουσία όλων των εμπορευμάτων; Είναι η εργασία. Για να παραχθεί ένα εμπόρευμα, πρέπει να ξοδευτεί γι’ αυτό ή να δουλευτεί μέσα σ’ αυτό ένα ορισμένο ποσό εργασίας. Μ’ αυτό δεν εννοώ απλώς εργασία, αλλά κοινωνική εργασία. Όταν παράγει κανείς ένα είδος για τη δική του, την άμεση ατομική κατανάλωση, δημιουργεί βέβαια ένα προϊόν, όχι όμως ένα εμπόρευμα. Σαν παραγωγός, που παράγει για τον εαυτό του, δεν έχει καμιά σχέση με την κοινωνία. Για να παράγει όμως ένα εμπόρευμα, πρέπει το προϊόν που παράγεται απ’ αυτόν να μην ικανοποιεί μονάχα μια οποιαδήποτε κοινωνική ανάγκη, αλλά πρέπει η ίδια η εργασία του να αποτελεί ένα συστατικό μέρος και ένα κλάσμα του συνολικού ποσού εργασίας, που ξοδεύεται από την κοινωνία. Η εργασία του θα πρέπει να υπάγεται στον καταμερισμό της εργασίας μέσα στην κοινωνία. Δεν είναι τίποτα χωρίς τις άλλες μερικές εργασίες και είναι απαραίτητο αυτή με τη σειρά της να συμπληρώνει τις άλλες.

Όταν εξετάζουμε τα εμπορεύματα σαν αξίες, τότε τα εξετάζουμε αποκλειστικά από τη μοναδική άποψη της αντικειμενοποιημένης, ενσωματωμένης ή αν θέλετε αποκρυσταλλωμένης κοινωνικής εργασίας. Από την άποψη αυτή μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, μόνο γιατί αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερα ή μικρότερα ποσά εργασίας, όπως λ.χ., για ένα μεταξωτό μαντίλι να έχει ξοδευτεί ένα μεγαλύτερο ποσό εργασίας απ’ ό,τι έχει καταναλωθεί για ένα τούβλο. Πώς μετριούνται όμως τα ποσά της εργασίας; Με τη διάρκεια τον χρόνου εργασίας, μετρώντας την εργασία με ώρες, μέρες κλπ. Φυσικά, για να εφαρμόσουμε αυτό το μέτρο, ανάγουμε όλα τα είδη της εργασίας σε μέση ή απλή εργασία που παίρνεται σαν μονάδα τους.

Έτσι καταλήγουμε στο παρακάτω συμπέρασμα: Το εμπόρευμα έχει αξία, γιατί είναι αποκρυστάλλωση κοινωνικής εργασίας. Το μέγεθος της αξίας του, της σχετικής του αξίας εξαρτιέται από το μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσό αυτής της κοινωνικής ουσίας που περιέχεται σ’ αυτό, δηλαδή από την αναγκαία σχετική μάζα εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή του. Οι σχετικές αξίες των εμπορευμάτων καθορίζονται λοιπόν από τις αντίστοιχες ποσότητες ή τα αντίστοιχα ποσά εργασίας που έχουν ξοδευτεί, αντικειμενοποιηθεί ή ενσωματωθεί μέσα σ’ αυτά. Οι αντίστοιχες ποσότητες εμπορευμάτων, που μπορούν να παραχθούν στον ίδιο χρόνο εργασίας είναι ίσες. Ή η αξία ενός εμπορεύματος αναλογεί προς την αξία ενός άλλου εμπορεύματος, όπως το ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένο στο ένα αναλογεί προς το ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένο στο άλλο.

Υποψιάζομαι ότι πολλοί από σας θα ρωτήσουν: Υπάρχει πραγματικά μια τόσο μεγάλη, ή έστω μια οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα στον καθαρισμό των αξιών των εμπορευμάτων από το μισθό της εργασίας και στον καθορισμό τους από τα σχετικά ποσά εργασίας, που χρειάζονται για την παραγωγή τους; Θα έχετε ωστόσο αντιληφθεί ότι η ανταμοιβής την εργασία και το ποσό εργασίας είναι δυο ολότελα διαφορετικά πράγματα. Υποθέστε, λ.χ., ότι σε ένα κουάρτερ στάρι και σε μια ουγκιά χρυσό είναι ενσωματωμένα ίσα ποσά εργασίας. Καταφεύγω στο παράδειγμα αυτό, γιατί ο Βενιαμίν Φραγκλίνος το χρησιμοποίησε στην πρώτη του πραγματεία που δημοσιεύτηκε το 1729 με τον τίτλο: A Modest Inquiry into the Nature and Necessity of a Paper Currency («Μια ταπεινή έρευνα σχετικά με τη φύση και την ανάγκη ενός χαρτονομίσματος»), και όπου, από τους πρώτους, μυρίστηκε την πραγματική φύση της αξίας. Ωραία! Υποθέτουμε τώρα ότι ένα κουάρτερ στάρι και μια ουγκιά χρυσός είναι ίσες αξίες ή ισοδύναμα, γιατί είναι αποκρυσταλλώσεις ίσων ποσών μέσης εργασίας, τόσων και τόσων ημερών ή εβδομάδων εργασίας που έχουν ενσωματωθεί στο καθένα απ’ αυτά. Μήπως, καθορίζοντας έτσι τις σχετικές αξίες του χρυσού και του σταριού, αναφερόμαστε κατά ένα οποιοδήποτε τρόπο στους μισθούς της εργασίας τον εργάτη γης και του μεταλλωρύχου; Ούτε κατά το ελάχιστο. Αφήνουμε τελείως ακαθόριστο το πώς πληρώθηκε η ημερήσια ή η βδομαδιάτικη εργασία τους, ακόμα και αν χρησιμοποιήθηκε καθόλου μισθωτή εργασία. Αν χρησιμοποιήθηκε, τότε μπορεί ο μισθός της εργασίας να ήταν πολύ άνισος. Ο εργάτης, που η εργασία του είναι αντικειμενοποιημένη μέσα στο ένα κουάρτερ στάρι μπορεί να έχει πάρει μονάχα δυο μπούσελ στάρι (δηλαδή το 74 του κουάρτερ - Σημ. τ. μετ.) ενώ ο εργάτης που χρησιμοποιήθηκε στο ορυχείο μπορεί να έχει πάρει μονάχα το μισό από μια ουγκιά χρυσό. Ή, αν υποτεθεί ότι οι μισθοί της εργασίας τους είναι ίσοι, μπορεί οι μισθοί αυτοί να αποκλίνουν σ’ όλες τις δυνατές αναλογίες από τις αξίες των εμπορευμάτων που παράχθηκαν από αυτούς. Μπορεί να ανέρχονται στο μισό, στο ένα τρίτο, στο ένα τέταρτο, στο ένα πέμπτο, ή σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό του ενός κουάρτερ σταριού ή της μιας ουγκιάς χρυσού. Οι μισθοί της εργασίας τους δεν μπορούν φυσικά να ξεπερνούν τις αξίες των εμπορευμάτων που παράγονται απ’ αυτούς, να είναι μεγαλύτεροι απ’ αυτές, μπορούν όμως να είναι μικρότεροι απ’ αυτές σε κάθε δυνατή αναλογία. Οι μισθοί της εργασίας τους θα έχουν για όριό τους τις αξίες των προϊόντων, μα οι αξίες των προϊόντων τους δε θα έχουν το όριό τους στους μισθούς της εργασίας τους. Και πριν απ’ όλα οι αξίες, οι σχετικές αξίες, λ.χ., του σταριού και του χρυσού, θα έχουν καθοριστεί χωρίς να παίρνεται καθόλου υπόψη η αξία της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή ο μισθός της εργασίας. Ο καθορισμός των αξιών των εμπορευμάτων από τα σχετικά ποσά εργασίας που ενσωματώνονται μέσα σ’ αυτά αποτελεί γι’ αυτό κάτι το τελείως διαφορετικό από τον ταυτολογικό τρόπο του καθορισμού των αξιών των εμπορευμάτων από την αξία της εργασίας ή από το μισθό της εργασίας. Το σημείο αυτό ωστόσο θα φωτιστεί ακόμα πιο πολύ στην πορεία της ερευνάς μας.

Όταν υπολογίζουμε την ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος πρέπει στο ποσό της εργασίας που ξοδεύτηκε τελευταία σ’ αυτό, να προστεθεί και το ποσό της εργασίας που είχε καταναλωθεί προηγούμενα στην πρώτη ύλη του εμπορεύματος, καθώς και η εργασία που είχε χρησιμοποιηθεί στα όργανα, στα εργαλεία, στις μηχανές και στα κτίρια, που παίρνουν μέρος στην εργασία αυτή. Λ.χ., η αξία ενός ορισμένου ποσού βαμβακερής κλωστής είναι η αποκρυστάλλωση του ποσού της εργασίας που έχει προστεθεί στο βαμβάκι κατά το κλώσιμο, του ποσού της εργασίας που είχε προηγούμενα αντικειμενοποιηθεί μέσα στο ίδιο το βαμβάκι, του ποσού εργασίας που είχε αντικειμενοποιηθεί στο κάρβουνο, στο λάδι και στις άλλες βοηθητικές ύλες που χρησιμοποιήθηκαν, του ποσού εργασίας που ενσωματώθηκε μέσα στην ατμομηχανή, στα αδράχτια, στα κτίρια του εργοστασίου κλπ. Τα όργανα της παραγωγής στην καθαυτό έννοιά τους, όπως τα εργαλεία, οι μηχανές, τα κτίρια χρησιμεύουν πολλές φορές για μια μεγαλύτερη ή μικρότερη περίοδο, σε επανειλημμένους κύκλους παραγωγής. Αν ξοδεύονταν μεμιάς, όπως η πρώτη ύλη, τότε ολόκληρη η αξία τους θα περνούσε μεμιάς στα εμπορεύματα που πήραν μέρος στην παραγωγή τους. Επειδή όμως ένα αδράχτι, λ.χ., δεν ξοδεύεται παρά βαθμιαία, γίνεται ένας μέσος υπολογισμός με βάση το μέσο χρονικό διάστημα που διαρκεί, και με βάση τη μέση κατανάλωση ή φθορά του στο διάστημα μιας ορισμένης περιόδου, λ.χ., μιας μέρας. Μ’ αυτό τον τρόπο υπολογίζουμε, πόσο κομμάτι από την αξία του αδραχτιού μεταβιβάζεται στην κλωστή που κλώθεται μέσα σε μια μέρα, και επομένως πόσο μέρος από το συνολικό ποσό της εργασίας, που είναι αντικειμενοποιημένη, λ.χ., μέσα σε μια λίβρα κλωστή, αναλογεί στο ποσό εργασίας, που προηγούμενα ήταν αντικειμενοποιημένο στο αδράχτι. Για τον τωρινό μας σκοπό δε χρειάζεται να σταθούμε περισσότερο σ’ αυτό το σημείο. Θα μπορούσε να φανεί ότι, αν η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που ξοδεύεται για την παραγωγή του, τότε όσο πιο τεμπέλης όσο πιο αδέξιος είναι ένας άνθρωπος, τόσο πιο πολύτιμο είναι το εμπόρευμά του, γιατί τόσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την κατασκευή του εμπορεύματος. Αυτό όμως θα ήταν μια αξιοθρήνητη πλάνη. Θα θυμάστε ότι χρησιμοποίησα τη λέξη «κοινωνική εργασία» και ο χαρακτηρισμός αυτός «κοινωνική» περικλείει πολλά σημεία. Όταν λέμε ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που έχει δουλευτεί ή αποκρυσταλλωθεί μέσα σ’ αυτό, εννοούμε το ποσό της εργασίας, που είναι αναγκαίο για την παραγωγή του, μέσα σε μια δοσμένη κοινωνική κατάσταση, κάτω από ορισμένους μέσους κοινωνικούς όρους παραγωγής, με μια δοσμένη μέση κοινωνική εντατικότητα και με μια μέση επιδεξιότητα της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε. Όταν στην Αγγλία άρχισε ο ατμοκίνητος αργαλειός να συναγωνίζεται το χειροκίνητο αργαλειό, χρειαζόταν μονάχα ο μισός χρόνος εργασίας από ό,τι χρειαζόταν πριν για να μετατραπεί ένα δοσμένο ποσό κλωστής σε μια υάρδα βαμβακερό υφαντό ή πανί. Ο φτωχός χειροτέχνης υφαντουργός δούλευε τώρα 17 ή 18 ώρες την ημέρα αντί 9 ή 10 ώρες που δούλευε πριν. Το προϊόν όμως της εικοσάωρης εργασίας του αντιπροσώπευε τώρα μονάχα 10 κοινωνικές ώρες εργασίας ή 10 κοινωνικά αναγκαίες ώρες εργασίας, για τη μετατροπή ενός ορισμένου ποσού κλωστής σε ύφασμα. Το προϊόν των 20 ωρών του δεν είχε επομένως περισσότερη αξία από το προηγούμενο προϊόν του των 10 ωρών.

Αν λοιπόν το ποσό της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, που είναι αντικειμενοποιημένη μέσα στα εμπορεύματα, ρυθμίζει τις ανταλλακτικές τους αξίες, τότε κάθε αύξηση στο ποσό της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, θα πρέπει να μεγαλώνει την αξία του, όπως κάθε μείωσή του θα πρέπει να τη μικραίνει.

Αν τα αντίστοιχα ποσά της εργασίας που είναι απαραίτητα για την παραγωγή των αντίστοιχων εμπορευμάτων έμεναν σταθερά, τότε και οι σχετικές τους αξίες θα έμεναν επίσης σταθερές. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το ποσό της εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος αλλάζει διαρκώς με τις αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε. Όσο μεγαλύτερη είναι η παραγωγική δύναμη της εργασίας τόσο περισσότερο προϊόν κατασκευάζεται μέσα σ’ ένα δοσμένο χρόνο εργασίας, και όσο μικρότερη είναι η παραγωγική δύναμη της εργασίας τόσο λιγότερο προϊόν κατασκευάζεται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Αν λ.χ., με την αύξηση του πληθυσμού προκύπτει η ανάγκη να αρχίσει η καλλιέργεια λιγότερο εύφορων εδαφών, τότε το ίδιο ποσό προϊόντος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ξοδευόταν ένα μεγαλύτερο ποσό εργασίας, και η αξία του αγροτικού προϊόντος επομένως θ’ ανέβαινε. Από την άλλη, αν με τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, ένας μόνο κλώστης μετατρέπει σε κλωστή μέσα σε μια εργάσιμη μέρα μια ποσότητα από βαμβάκι που είναι πολλές χιλιάδες φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσε να κλώσει με το ροδάνι μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, τότε είναι φανερό ότι κάθε ξεχωριστή λίβρα βαμβάκι θ’ απορροφήσει πολλές χιλιάδες φορές λιγότερη εργασία του κλώστη απ’ ό,τι γινόταν πριν και ότι επομένως η αξία που προστίθεται με το κλώσιμο σε κάθε ξεχωριστή λίβρα βαμβάκι θα είναι χιλιάδες φορές μικρότερη απ’ ό,τι ήταν προηγούμενα. Ανάλογα θα πέσει η αξία της κλωστής.

Αν παραβλέψουμε τις διαφορές που υπάρχουν στη φυσική δραστηριότητα και στην αποκτημένη επιδεξιότητα εργασίας ανάμεσα στους διάφορους λαούς, η παραγωγική δύναμη της εργασίας πρέπει να εξαρτάται κυρίως από τα παρακάτω:

Πρώτα, από τους φυσικούς όρους της εργασίας, όπως, λ.χ., από την ευφορία του εδάφους, την αποδοτικότητα των ορυχείων κλπ.

Δεύτερο, από την προοδευτική τελειοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων της εργασίας, που προκύπτουν από την παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα, από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και το συνδυασμό της εργασίας, από τον καταμερισμό της εργασίας, από τις μηχανές, από τις βελτιωμένες μεθόδους, από τη χρησιμοποίηση χημικών και άλλων φυσικών μέσων, από την ελάττωση του χρόνου και του χώρου με τα μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς, και από κάθε άλλη εφεύρεση που μ’ αυτήν η επιστήμη υποτάσσει τις φυσικές δυνάμεις στην υπηρεσία της εργασίας και αναπτύσσεται ο κοινωνικός και συνεταιριστικός χαρακτήρας της εργασίας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας τόσο λιγότερη είναι η εργασία που ξοδεύεται για ένα δοσμένο ποσό προϊόντος, τόσο μικρότερη επομένως είναι η αξία αυτού του προϊόντος. Όσο πιο μικρές είναι οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας τόσο περισσότερη είναι η εργασία που ξοδεύεται για το ίδιο ποσό προϊόντος, τόσο μεγαλύτερη επομένως είναι η αξία του. Μπορούμε λοιπόν να καθορίσουμε σαν γενικό νόμο ότι:

Οι αξίες των εμπορευμάτων είναι κατευθείαν ανάλογες προς τον εργάσιμο χρόνο που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή τους και αντίστροφα ανάλογες προς την παραγωγική δύναμη της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε.

Κι αφού ως τώρα μίλησα μονάχα για την αξία, θα προσθέσω μερικά λόγια για την τιμή, που αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή που παίρνει η αξία.

Η τιμή αυτή καθαυτή δεν είναι παρά η χρηματική έκφραση της αξίας. Εδώ (στην Αγγλία - Σημ. τ. μετ.), λ.χ., οι αξίες όλων των εμπορευμάτων εκφράζονται σε τιμές χρυσού, ενώ στην ηπειρωτική Ευρώπη, αντίθετα, εκφράζονται κυρίως σε τιμές αργύρου. Η αξία του χρυσού ή του αργύρου, όπως και η αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων, ρυθμίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την απόκτησή τους. Ένα ορισμένο ποσό από τα ντόπια προϊόντα σας, που μέσα σ’ αυτά είναι αποκρυσταλλωμένο ένα ορισμένο ποσό της εθνικής σας εργασίας, το ανταλλάσσετε με το προϊόν των χωρών που παράγουν χρυσό και άργυρο, που μέσα σ’ αυτό είναι αποκρυσταλλωμένο ένα ορισμένο ποσό της εργασίας τους. Μ’ αυτό τον τρόπο, δηλαδή στην πραγματικότητα με το ανταλλακτικό εμπόριο, μαθαίνετε να εκφράζετε σε χρυσό ή σε άργυρο τις αξίες όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή τα αντίστοιχα ποσά εργασίας που ξοδεύονται γι’ αυτά. Αν εξετάσετε από πιο κοντά τη χρηματική έκφραση της αξίας, ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, τη μετατροπή της αξίας σε τιμή, θα βρείτε ότι αυτό αποτελεί μια μέθοδο, με την οποία δίνετε στις αξίες όλων των εμπορευμάτων μια ανεξάρτητη και ομοιογενή μορφή ή τις εκφράζετε σαν ποσά ίσης κοινωνικής εργασίας. Αφού η τιμή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χρηματική έκφραση της αξίας, ο Άνταμ Σμιθ την ονόμασε «natural price» (φυσική τιμή) ενώ οι Γάλλοι φυσιοκράτες την ονόμασαν «prix nécessare» (αναγκαία τιμή).

Ποια σχέση υπάρχει λοιπόν ανάμεσα στην αξία και στις τιμές της αγοράς ή ανάμεσα στις φυσικές τιμές και στις τιμές της αγοράς; Όλοι σας ξέρετε ότι η τιμή της αγοράς είναι η ίδια για όλα τα εμπορεύματα του ίδιου είδους, όσο διαφορετικοί κι αν είναι οι όροι της παραγωγής για τους ξεχωριστούς παραγωγούς. Η τιμή της αγοράς εκφράζει μονάχα το μέσο ποσό της κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαίο με τις μέσες συνθήκες παραγωγής που υπάρχουν για τον εφοδιασμό της αγοράς με μια ορισμένη μάζα ενός ορισμένου είδους. Υπολογίζεται με βάση το σύνολο των εμπορευμάτων ενός ορισμένου είδους.

Τότε η τιμή της αγοράς ενός εμπορεύματος συμπίπτει με την αξία του. Από την άλλη, οι διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, πότε πάνω πότε κάτω απ’ την αξία ή φυσική τιμή, εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης. Οι παρεκκλίσεις των τιμών της αγοράς από τις αξίες είναι, λοιπόν, συνεχείς, ο Άνταμ Σμιθ όμως λέει: «Η φυσική τιμή είναι λοιπόν η κεντρική τιμή, προς την οποία έλκονται οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Διάφορα περιστατικά μπορούν κάποτε να τις κρατούν αρκετά ψηλά απ’ αυτήν και κάποτε να τις ρίχνουν κάτω και μάλιστα πιο χαμηλά απ’ αυτήν. Οποιαδήποτε όμως κι αν είναι τα κωλύματα που τις εμποδίζουν να σταματήσουν σ’ αυτό το κέντρο ηρεμίας και ακινησίας, τείνουν διαρκώς προς αυτό».[1]

Δεν μπορώ τώρα να εξετάσω πιο επισταμένα αυτό το ζήτημα. Φτάνει να πούμε ότι αν η προσφορά και η ζήτηση ισοσκελίζονται, οι τιμές της αγοράς των εμπορευμάτων θ’ αντιστοιχούν στις φυσικές τιμές τους, δηλαδή στις αξίες τους, όπως καθορίζονται από τις αντίστοιχες ποσότητες εργασίας που χρειάζονται για την παραγωγή τους. Η προσφορά και η ζήτηση όμως πρέπει διαρκώς να προσπαθούν να ισοφαρίζοντας αν και αυτό το κάνουν μονάχα με το συμψηφισμό της μιας διακύμανσης με την άλλη, μιας αύξησης με μια μείωση και αντίστροφα. Αν τώρα, αντί να βλέπετε μονάχα τις καθημερινές διακυμάνσεις, αναλύσετε την κίνηση των τιμών της αγοράς για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, όπως, π.χ., ο κ. Τουκ στο έργο του η Ιστορία των ημών, θα βρείτε ότι οι διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, οι παρεκκλίσεις τους από τις αξίες, οι κινήσεις τους προς τα πάνω και προς τα κάτω, αλληλοεξουδετερώνονται και εξισώνονται, έτσι που, αν παραβλέψουμε την επίδραση των μονοπωλίων και μερικές άλλες τροποποιήσεις που είμαι τώρα υποχρεωμένος να τις προσπεράσω, όλα τα είδη εμπορευμάτων πωλούνται κατά μέσο όρο στις αντίστοιχες αξίες ή φυσικές τιμές τους. Η μέση διάρκεια της χρονικής περιόδου, που στο διάστημά της εξισώνονται οι διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, είναι διαφορετική για τα διάφορα είδη εμπορευμάτων, γιατί με το ένα είδος είναι ευκολότερο να προσαρμοστεί η προσφορά προς τη ζήτηση απ’ ό,τι γίνεται με τ’ άλλο.

Αν λοιπόν, μιλώντας γενικότερα, και αγκαλιάζοντας κάπως μεγαλύτερες περιόδους, όλες οι κατηγορίες των εμπορευμάτων πωλούνται στις αντίστοιχες αξίες τους, τότε είναι παραλογισμός να υποθέτουμε ότι το κέρδος, όχι σε ατομικές περιπτώσεις, αλλά τα σταθερά και συνηθισμένα κέρδη των διαφόρων παραγωγικών κλάδων προέρχονται από μια αύξηση στις τιμές των εμπορευμάτων ή από το γεγονός ότι πωλούνται σε μια τιμή που ξεπερνά πολύ την αξία τους. Ο παραλογισμός αυτής της αντίληψης γίνεται φανερός μόλις γενικευτεί. Αυτό που ένας άνθρωπος θα κέρδιζε σταθερά σαν πωλητής, θα το έχανε το ίδιο σταθερά σαν αγοραστής. Τίποτα δε θα έβγαινε, αν λέγαμε ότι υπάρχουν άνθρωποι, που είναι αγοραστές χωρίς να είναι πωλητές, ή που είναι καταναλωτές χωρίς να είναι παραγωγοί. Ότι οι άνθρωποι αυτοί πληρώνουν στους παραγωγούς, πρέπει πρώτα να το πάρουν τζάμπα από αυτούς. Αν κάποιος παίρνει πρώτα τα χρήματά σας, και σας τα επιστρέφει αγοράζοντας τα εμπορεύματά σας, τότε δε θα πλουτίσετε ποτέ πωλώντας πιο ακριβά τα εμπορεύματά σας στον ίδιο αυτό άνθρωπο. Μια τέτοια συναλλαγή θα μπορούσε να ελαττώσει μια ζημιά, μα δε θα συντελούσε ποτέ στο να πραγματοποιηθεί ένα κέρδος.

Για να εξηγήσετε λοιπόν τη γενική φύση του κέρδους, θα πρέπει να ξεκινήσετε απ’ την αρχή ότι κατά μέσο όρο τα εμπορεύματα πωλούνται στις πραγματικές τους αξίες και ότι τα κέρδη βγαίνουν απ’ την πώληση των εμπορευμάτων στις αξίες τους, δηλαδή στην αναλογία προς την ποσότητα εργασίας που είναι αντικειμενοποιημένη μέσα σ’ αυτά. Αν δεν μπορείτε να εξηγήσετε το κέρδος μ’ αυτή την προϋπόθεση, τότε δεν μπορείτε καθόλου να το εξηγήσετε. Αυτό φαίνεται παράδοξο και αντίθετο με την καθημερινή παρατήρηση. Είναι εξίσου παράδοξο ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο και ότι το νερό αποτελείται από δυο εξαιρετικά εύφλεκτα αέρια. Η επιστημονική αλήθεια είναι πάντα παράδοξη όταν κρίνεται με την καθημερινή πείρα που συλλαμβάνει μονάχα την απατηλή εξωτερική όψη των πραγμάτων.

* θίγω πολύ ελαφρά το ζήτημα (σημ. τ. μετ.)
[1] Άνταμ Σμιθ, Ο πλούτος των εθνών, Βιβλίο I, κεφ. 7ο, σελ. 57. Νέα Υόρκη 1931 (σημ. τ. σύντ.)

------------------------------------

Καρλ Μαρξ, Μισθός, Τιμή και Κέρδος, κεφ. 6ο, σελ. 33 – 44, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή 2003

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου